Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Περιττό μα...

Κάποτε πάτησα μια κουράδα, ένα σκατό,
κι από την κλάψα και το φόβο, δήθεν,
δεν εξεκόλλησα το βλέμμα ούτε λεπτό,
βαδίζοντας απ' το σκατό κι εκείθεν


για χρόνια με την όπισθεν - τυφλός,
στα κόπρανα που εκείτονταν εμπρός.

[2015]

Μαρξιστής αρουραίος

Αγάπησες από μικρός το Μαρξ
σα να 'ταν της σαρκός σου σαρξ,
μ' απ' του Καρόλου τη φυλλάδα
δε διάβασες ποτέ μι' αράδα.

Και πήρες κόκκινους να 'χεις συντρόφους,
σα να μην είχε γύρω σου άλλους ανθρώπους,

Και της θρησκείας το μαρκούτσι αφήνοντας
με το δεξί απ' τη μία,
για το Κεφάλαιο μιλούσες πίνοντας
με το ζερβό άλλα τρία.

Κακός δεν ήσουν, μα ήσουν μπελάς,
καθότι έμαθες για την αγάπη
να υψώνεις λάβαρο,
να υψώνεις σπάθη,
προτού να μάθεις πως ν' αγαπάς.


[2015]

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Δικαιοσύνη

Τις στιγμές που στεκόταν
δίνοντας σχήμα στο νερό
όλο το σώμα της γινόταν χαμόγελο
κι εγώ τη χάζευα
στα όρια της ενοχής
- πως αλλιώς;

Έχουν πια μείνει πίσω
όλα ετούτα, εξατμίστηκαν
όπως το υδάτινο σεντόνι
που σμίλεψε ευτυχία, για λίγο,
κι έπειτα έσβησε θρασύδειλα
μέσα σε θαμπά άλατα.

Αυτές οι αλμυρές σκιές,
που συσσωρεύονται στις αρθρώσεις
- όχι φυσικά σαν μάρτυρες υπεράσπισης -
προαναγγέλουν απαρέγκλιτα
τους πόνους που κοστίζουν
όλα εκείνα τα χαμόγελα.

Ερμηνεύουν αλάνθαστα
τις γκριμάτσες των ηλικιωμένων,
όταν από Τρίτη σε Τρίτη
κι από τριγμό σε στεναγμό,
βήμα το βήμα,
ξεμαθαίνουν να περπατούν.