Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Ανατομία ενός ποιήματος

Παρακαλώ κύριοι και κυρίες,
την προσοχή σας!
Το θύμα φέρει θανάσιμο τραύμα
στο ύψος της παιδικής ηλικίας, σχεδόν.
Όχι της δικής του, αλίμονο!
Ανατέμνουμε με σεβασμό κι ερήμην
των απόντων μελών.
Δυστυχώς, αυτά κατασπαράχθησαν
από την ανθρώπινη αγέλη.
Όχι από πείνα, προφανώς.
Μάλλον από συνήθεια πείνας.
Το λοιπόν,
με αφετηρία τη θωρακική κοιλότητα,
χαράσσουμε μια λεπτή, κόκκινη ημιευθεία
και προεκτείνουμε στο άπειρο,
διχοτομώντας κάθε βεβαιότητα.
Πλησιάστε κύριοι
κι εσείς κυρίες,
πλησιάστε χωρίς φόβο
και θαυμάστε την τελειότητα
της ασπαίρουσας ματαιότητας.
Ο πυρήνας φέρει εμφανώς
τις ουλές της προπατορικής δαγκωματιάς,
χάσκουσα εις το διηνεκές.
Ο σκώληξ, βεβαίως,
είναι ένα κάποιο ζήτημα.
Σ' άλλους θυμίζει το μήλο
και σ' άλλους το γεώμηλο.
Μίλα σκουλήκι!
Έμπρός μαρς!
Από τη μητρική σχισμάδα
ξεκίνησε τούτη η παράτα του φωτός
και του σκότους.
Εναλλάξ πάντα η νεκρότης,
μία στα Τάρταρα και μία
στα Ηλύσια πεδία παίζει.
Αλλά η νεκρότης νεκρότης!
Το δίλημμα σοβαρό,
έως κορεσμού της συνειδήσεως.
Δυστυχώς, ο νεκρός δεν καταδέχεται
ν' αποκριθεί στα φλέγοντα.
Καιρός να τον ράψουμε, λοιπόν,
μη μας θυμίζει κιόλας
το χρόνο "το μέλλοντα,
τον εξακολουθητικό".
Διπλοβελονιά και σταυροβελονιά,
τα προικιά της αιωνιότητας
σου κεντάμε άμοιρε,
προσπαθώντας, μάταια,
να σφραγίσουμε στα σωθικά σου
την αποφορά της σήψης
των δικών μας σωθικών.
Χους ην και τα λοιπά...
Κύριοι και κυρίες,
απολαύστε πώς
ξεχειλίζει, ξάφνου, η γης
τόση μακάβρια ευτυχία!
Χαίρεται ο νεκρός
που απαλλάσσεται από μας,
αλλά κι εμείς απ' το νεκρό.
Χαμογελάστε λοιπόν!
Τι θαυμάσιο χαμόγελο,
αγαπητή μου λαίδη!
Οποία αφαίρεσις!
Οποία εικαστική απογύμνωσις του θανάτου,
ετούτος ο πελιδνός σας κυνόδοντας!
Ελάτε, ελάτε λοιπόν,
να τον ακονίσουμε στο εφήμερο
και στο θνησιγενές!
Πεθαίνοντας,
άλλοτε κυνικά κι άλλοτε ποιητικά,
μέσα σ' ένα σουρεαλιστικό οργασμό...
Αμήν!

Επί ματαίω

Συγνώμη Θεέ μου, άγιε ποιμήν,
συγνώμη που στο λέω, μην
το παρεξηγήσεις,
αν ταπεινά ζητούμε,
εξηγήσεις.

Τι φυσικά απορούμε,
αν κατ' ομοίωσιν κι εικόνα,
τ' ανθρώπινο σκάρωσες κανόνα.
Μ' αν κρίνω απ' το αποτέλεσμα,
μας έφτιαξες έτσι της πλάκας.

Γι' αυτό βγάζω συμπέρασμα,
τσ' ανθρώπους βάνοντας καθρέφτη
- κι αν το μπορείς βγάλε με ψεύτη -
πως είσαι Θεέ λίγο μαλάκας!

Τηλέμαχος

Πώς να συναγωνιστώ μια τέτοια μοίρα
του καναπέ;
Ψηλαφώ για τα σκόρπια ψίχουλα
κάποιου χθεσινοβραδινού ηρωισμού,
ένα βότσαλο, έστω,
υφάλμυρης ανυπακοής.
Καταβροχθίζω το χρόνο τεταγμένο
σε μια μόνη στιγμή,
τηλεοπτική το πιθανότερο.
Εγώ;
Τετμημένος μάλλον κείτομαι
στο κατάστρωμα μιας αποπλάνησης.
Συλλέγω σκιές
κι ολημερίς πλέκω
ένα εγχειρίδιο χρήσης της μελαγχολίας.
Το βράδυ το ξηλώνω.
Ή το αντίστροφο;
Συνάντησα προσφάτως την Ιθάκη,
καρφιτσωμένη σε μια υδρόγειο
από δυο μεταλλικές συντεταγμένες.
Ηρέμησα όσο να 'ναι.
Υποθέτω και του χρόνου
θα τη βρω πάλι στο ίδιο σημείο.
Βιάση καμία,
θύγατερ Διός,
ειπέ και ημίν των αμόθεν γε
κι ας περάσουμε μετά
στις εξωτερικές ειδήσεις.
Το ήμαρ άνοστον ακόμη,
αποσυντίθεται βαυκαλιστικά
αναμένοντας στο ακουστικό μας.
Ποιος ξέρει γιατί,
ποιος ξέρει γιατί,
πεθαίνουμε καθημερινά περιμένοντας.
Περιμένοντας στο φανάρι,
περιμένοντας τον καινούργιο χρόνο,
περιμένοντας να τελειώσουν
τα διαφημιστικά μηνύματα.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

Άκου να σου πω

Σε παρατηρώ με την άκρη
κι απ' την άκρη.
Ακροθιγώς θα λέγαμε,
σε μια καθαρεύουσα μονότονη.
Άντε να βγάλεις άκρη.
Έτσι σε γνώρισα.
Είσαι ο καρκίνος.
Ούτε μπροστά κοιτάζεις,
ούτε πίσω.
Μονάχα ζεις με το πλάι
και στο πλάι.
Κι έτσι από αυτό το πλευρό να κοιμάσαι.
Με διακριτικές αναπηδήσεις διάγεις το βίο σου.
Ένα μικρό άλμα για σένα.
Η ανθρωπότητα, ωστόσο,
σ’ έχει γραμμένο στ’ αρχίδια της.
Έρπεις σε μια γραμμή διακεκομμένη,
σαν γυμνοσάλιαγκας με λόξυγγα.
Τεθλασμένος θα ήσουν ωραία,
παρά κλασμένος.
Μ’ έναν παρανομαστή που τείνει στο μηδέν
θα μπορούσες να τείνεις στο άπειρο
- αν υπήρχε βέβαια,
κάτι το ακέραιο πάνω σου.
Έτσι που κείτεσαι όμως στην άσφαλτο,
ένα ουδέν που δεν,
καταντάς απροσδιόριστος και μόνος.
Και θλίβομαι για χατήρι σου, μάγκα μου.
Θα ευχόμουν να αγνάντευα
ένα ρυπαρό και αβυσσαλέο υπόνομο,
σε μια πραγματικότητα ακατάλληλη.
Έστω παράλληλη.
Με πνίγει τελικά,
ετούτο το αξιοπρεπές κι επίπεδο μονοπάτι ,
στον καθρέφτη.