Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Κλείνει (;) η παρένθεση

Στην κίτρινη κάμαρα, όπως θα μπεις
– σαν θα ‘μαι πια απών –
σου ‘χω φυλάξει, σε μιαν έρημη κώχη, σκονισμένη,
αίμα στις αποχρώσεις του ανέφικτου,
αίμα από χίλιες νύχτες άδειες.
Μη ρωτάς πώς, τόση ζωή ταριχευμένη.
Δεν είναι δα σπουδαία υπόθεση,
συχνά γευόμουν απομεινάρια φόνων
από τα ίδια μου τα νύχια.
Μια ουσία του εγκεφάλου ευθύνεται
– διάβασα κάπου –
όταν όλα πάνε τόσο στραβά.

Κι η μέρα φέρνει άλλη μέρα,
σ’ έναν αγώνα ξέπνοο να προλάβεις
το θήτα του θανάτου,
που στέριωσε κάπου στα μισά της φράσης
και δε λέει να σβήσει,
γραμματικά βέβαιο, ανελέητο συντακτικά.
Όμως εσύ,
καθώς αγάπησες ανορθόγραφα κι ασύντακτα,
μάλλον, δεν την άξιζες μια δεύτερη ανάγνωση,
και σε πολλά σημεία ούτε την πρώτη.
Ψευδίζοντας οδεύεις στην κατακλείδα.

Σύντομο βιογραφικό του υποψηφίου –
η τελευταία δεκαετία, παρακαλώ αρκεί.
Να σας συστήσω,
αρρώστια σε τρεις πράξεις:
de profundis,
ήπαρ ασύκωτον
κι ένα μικρό πύκνωμα ζωής αβίωτης,
που του υπενθυμίζει
να προσεύχεται γονυκλινής.
Εφόδια; μόνο τα απαραίτητα:
απομνημονεύματα νεκρών,
δυο–τρεις απόπειρες ανάνηψης
κι ένας ίσκιος με ουδέτερο pH,
ο οποίος, μάλιστα, επιμηκύνεται εσαεί
– κάποτε η δύση καθίσταται απαρέγκλιτη, βλέπεις.
Η παράσταση έχει τελειώσει γι’ αυτόν
εδώ και χρόνια,
όμως παράδοξα επικρέμεται
πάνω απ’ τη σκηνή
η αυλαία του Δαμοκλέους.
Σείεται και καγχάζει,
μα δεν λέει να πέσει,
καθώς ο ταλαίπωρος αγωνίζεται,
από encore σε encore,
να κάνει απόσβεση
ενός ξεθωριασμένου χειροκροτήματος.

Ό,τι έχει απομείνει, λοιπόν,
δίνη αιματόεσσα,
στροβιλίζεται και καταρρέει
στα τρίσβαθα μιας μελανής οπής,
κάπου στο αχανές ταβάνι.
Τόση βαρύτητα απέκτησε η μοναξιά,
ώστε μήτε το φως δε δύναται να δραπετεύσει,
όπως επιτάσσει κάποιος της φύσης νόμος
και γι’ αυτό ύποπτος.
Δεν επιτάσσει όμως στο φως,
ομοιοτρόπως να εισέλθει,
κι έτσι σκοτεινή κείται,
εκατέρωθεν.

Τι τα θες, δεν είναι ποίημα αυτό,
μήτε κραυγή.
Ο Καρυωτάκης τουλάχιστον
ήξερε πως είναι κάτι.
Αυτό εδώ όμως τίποτα,
παρά μια επανάληψη της επανάληψης,
σ’ ένα χαλασμένο τηλέφωνο
που αντηχεί την παράνοια.
Υπάρχουμε
σαν βραχυκύκλωμα ανυπαρξίας,
σαν τετμημένη επικοινωνία,
ανάμεσα στο πρότερο τίποτα
και στο ύστερο.
Υπομονετικά συνθλιβόμαστε έτσι,
εν μέσω τιπότων,
που ερώμενα σπαρταρούν με λύσσα,
πάνω στο κουφάρι μας ν’ αγκαλιάσουν ξανά
ένα το άλλο...